Βιώσιμη Ανάπτυξη: τί είναι και τί δεν είναι;

Με αφορμή το Αναπτυξιακό Συνέδριο που διοργανώνει ο Δήμος Αλεξανδρούπολης, ο εθνοβιολόγος Παύλος Γεωργιάδης παραθέτει κάποιους προβληματισμούς σχετικά με το μοντέλο ανάπτυξης που (δεν) έχει επιλέξει ο τόπος μας.

Όταν οι εκπρόσωποι ενός τόπου μιλούν για “Βιώσιμη Αστική Ανάπτυξη” είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό στους ίδιους, αλλά και στους πολίτες, τί ακριβώς σημαίνει η έννοια αυτή. Αλλά και το πόσο περίπλοκη καθίσταται η εφαρμογή της στην πράξη. Το πρώτο βήμα είναι να αντιληφθούμε τις διασυνδέσεις μεταξύ οικονομίας, κοινωνίας, φυσικού περιβάλλοντος και του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις και λειτουργεί η διακυβέρνηση του τόπου. Το δεύτερο βήμα, είναι να κάνουμε κάτι για όλα αυτά.

 Για να γίνει η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης πιο εύκολα κατανοητή, θα εξετάσω εδώ το θέμα αντιπαραβάλλοντας την σε σχέση με ένα άλλο σενάριο για το μέλλον του τόπου μας, της χώρας και -αναπόφευκτα- του κόσμου. Αυτό το σενάριο, το ονομάζω “business as usual” (έκφραση που παραπέμπει στο ελληνικό “ξανά-μανά”). Δηλαδή να συνεχίσουμε να πορευόμαστε πάνω στο ίδιο αναπτυξιακό μοντέλο, με τις ίδιες νοοτροπίες, τους ίδιους ανθρώπους και λίγο-πολύ στην ίδια πορεία διακυβέρνησης που ακολούθησε ο τόπος έως σήμερα.

Για να αρχίσουμε να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ των δύο αυτών μοντέλων, πρέπει να αναρωτηθούμε το πώς μπορούμε να φανταστούμε τον τόπο μας σε 10, 20, 30, 40 χρόνια. Ίσως και να μην είναι τόσο άσχημα, ιδίως για αυτούς που έρχονται μέσα από την άνεση μιας ανώτερης εισοδηματικής τάξης. Το “business as usual” μάλλον είναι μία καλή προοπτική γι’ αυτούς: η οικονομία διευρύνεται, ο κόσμος μας ανοίγει σε νέες αγορές, το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται… Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το “business as usual” δεν είναι δα και καταστροφή.

Δυστυχώς, το πρόβλημα με αυτό τον συλλογισμό είναι ότι είναι αρκετά επιφανειακός και υπεραισιόδοξος, αν αναλογιστεί κανείς το τί πραγματικά έχουμε να αντιμετωπίσουμε σήμερα. Σίγουρα, το “business as usual” υπόσχεται περισσότερη οικονομική ανάπτυξη. Είναι, όμως, αυτή δίκαιη και δίχως αποκλεισμούς; Τί γίνεται με αυτούς που δεν χωρούν στο τρένο αυτής της οικονομικής ανάπτυξης, ιδίως σε μία χώρα που έχει χάσει σχεδόν το ένα τρίτο του ΑΕΠ της μέσα σε μία δεκαετία, με ένα εκπαιδευτικό, υγειονομικό και κοινωνικό σύστημα υπό κατάρρευση; Τί συμβαίνει με τις πιο ευπαθείς κοινωνικές ομάδες που αντιμετωπίζουν τις συνέπειες αυτού του μοντέλου ανάπτυξης; Τί γίνεται με τους αγρότες της περιοχής, που ήδη αντιμετωπίζουν τις συνέπειες των ακραίων καιρικών φαινομένων όπως οι παρατεταμένες ξηρασίες και οι ασυνήθιστες θερμοκρασίες; Τί γίνεται με τους κατοίκους των παραποτάμιων οικισμών που είναι όλο και περισσότερο ευάλωτοι στις πλημμύρες;  Όταν ήδη πλήττονται αυτά τα κομμάτια της κοινωνίας μας σήμερα, τί ακριβώς είναι αυτό που μας δίνει τη βεβαιότητα πως μπορούμε να βρούμε τις λύσεις με τα ίδια εργαλεία που δημιούργησαν το πρόβλημα;

Όσοι παρακολουθούν το διεθνές γίγνεσθαι, αντιλαμβάνονται τους κινδύνους του μοντέλου “business as usual”. Αντιλαμβάνονται τις επιπτώσεις του να καταναλώνουμε περισσότερο, του να έχουμε περισσότερα αυτοκίνητα, του να καίμε περισσότερο λιγνίτη, πετρέλαιο ή αέριο. Κατανοούν τί σημαίνει η διοχέτευση περισσότερου διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, η κοπή περισσότερων δέντρων, η υποβάθμιση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Τους είναι κατανοητό τί συμβαίνει όταν δεν γίνονται σεβαστά τα όρια του πλανήτη.

Αλήθεια, όμως, πρέπει κάποιος να παρακολουθεί το διεθνές γίγνεσθαι για να του γίνουν όλα αυτά τα πράγματα αντιληπτά; Δεν του φτάνουν τα βουνά από σκουπίδια που βλέπει να κατακλύζουν κάθε καλοκαίρι την πόλη; Δεν του λέει τίποτα η επιδημία αυτοάνοσων και καρκίνων που έχει πλήξει την περιοχή μας; Δεν του λέει τίποτα η φωτορύπανση, η κυκλοφοριακή συμφόρηση, η ατμοσφαιρική ρύπανση που δημιουργούν οι λέβητες τον χειμώνα. 

Εκεί, νομίζω, πως το σημερινό “business as usual” αφήγημα δεν παρέχει καμία σαφήνεια σχετικά με το αν έχει γίνει αντιληπτό το ρίσκο που αντιμετωπίζουμε. Οι διαχειριστές της εξουσίας στον μεγαλύτερο κατ’ έκταση Δήμο της χώρας, δείχνουν να μην έχουν καμία αντίληψη του κινδύνου. Αντίθετα, αναλαμβάνουν ρόλο πλασιέ διεθνών συμφερόντων, πουλώντας στους πολίτες “ενεργειακούς κόμβους” και “διαμετακομιστικά κέντρα”, χωρίς να αναλύουν τη “βιώσιμη ανάπτυξη” μέσα από την ανάγκη θωράκισης της πόλης και των κατοίκων της από το περιβαλλοντικό και κλιματικό ρίσκο.

 Όμως αυτό το ρίσκο είναι σημαντικό για μία πόλη με ένα τόσο μεγάλο παραθαλάσσιο μέτωπο. Ο κίνδυνος είναι τόσο μεγάλος, έρχεται τόσο γρήγορα και ύπουλα, που έχει αρχίσει να απειλεί την ίδια την τοπική οικονομία. Αυτό (εύχομαι) το αντιλαμβάνονται π.χ. οι ελαιοπαραγωγοί της Μάκρης, που το 2018 είδαν απώλειες έως και 70 τοις εκατό στη σοδειά τους εξαιτίας των ασθενειών, ως αποτέλεσμα της ασυνήθιστα υψηλής θερμοκρασίας του Σεπτεμβρίου.  

Την τελευταία δεκαετία, το ξηρό μεσογειακό κλίμα της περιοχής μας έχει σταδιακά μετατραπεί σε υποτροπικό. Κάτι τέτοιο έχει τεράστιες επιπτώσεις στις αποδόσεις των καλλιεργειών, την πολιτική προστασία, την ποιότητα της ζωής μας. Ενώ το κλίμα όντως αλλάζει, δεν έχω δει να αλλάζει η προσέγγιση σχετικά με την ανάπτυξη της περιοχής. Όσο γίνεται αυτό, η πόλη χάνει τα μυαλά, το ανθρώπινο δυναμικό και τα νιάτα της. 

Πώς μπορούμε να μιλάμε για οικονομική ανάπτυξη, λοιπόν, όταν τα κύτταρα και τα κέρδη της τοπικής οικονομίας απειλούνται από το αυξανόμενο ρίσκο ενός ακραίου καιρικού φαινομένου, μιας πλημμύρας, μιας ξηρασίας, μιας ανεξέλεγκτης πυρκαγιάς; Τί ακριβώς κάνουμε για να προσαρμοστούμε στις νέες αυτές συνθήκες, πόσο μάλλον για να μειώσουμε τις επιπτώσεις τους;

Τί είναι το “business as usual”

 Αυτό που ζούμε σήμερα, λοιπόν, είναι το σενάριο “business as usual”: αγωγοί που μεταφέρουν αέριο ή πετρέλαιο σε σταθμούς παραγωγής ενέργειας ή εργοστάσια, ώστε να παράγονται περισσότερα προϊόντα, τα οποία ανέμελα καταναλώνουν ανενημέρωτοι καταναλωτές, επηρεασμένοι από την προπαγάνδα των μέσων μαζικής αποβλάκωσης. Αυτό που αφήνουν πίσω είναι διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, τόνοι πλαστικών στις θάλασσες, οικονομική σπατάλη, ρύπανση του εδάφους, δημοκρατικό έλλειμμα, χρέη και -εν τέλει- υποβάθμιση της υγείας των ανθρώπων.

 Από τότε που ανακαλύφθηκε η ατμομηχανή, τον 18ο αιώνα, το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής βασίζεται στην καύση ορυκτών καυσίμων: άνθρακα, πετρελαίου και σχετικά πιο πρόσφατα- φυσικού αερίου. Στην πραγματικότητα, η καύση αυτή έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις, όπου πλέον έχουμε τοποθετήσει τόσο πολύ διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, ώστε να έχει εκτροχιαστεί το κλίμα. Έχοντας στραγγίξει τους πόρους από τις παραδοσιακά πετρελαιοπαραγωγικές χώρες -και αφού τις βυθίσαμε στον πόλεμο- πλέον έχουμε ανακαλύψει νέες πηγές, νέους τρόπους και νέους τόπους παραγωγής ενέργειας.

 Τέτοιος είναι το υδραυλικό fracking, η μέθοδος με την οποία εξορύσσεται στο Αζερμπαϊτζάν το αέριο που θα ρέει στον αγωγό TAP. Μία ενεργειακή υποδομή ξένων συμφερόντων, η οποία μπήκε τόσο ξαφνικά στη ζωή μας χωρίς να έχει ρωτήσει ποτέ κανέναν, παρά μία χούφτα (όχι περισσότερους) τοπικούς άρχοντες. Βασικά, δεν νομίζω καν να ερωτήθηκαν ούτε κι αυτοί, και αναρωτιέμαι ποιό είναι το ύφος και το ήθος των όποιων διαπραγματεύσεων, που έχουν γίνει μακριά από τη δημόσια σφαίρα και χωρίς καμία διαβούλευση.

 Ασφαλώς, δεν είναι η δημοτική αρχή αυτή που αποφασίζει για το αν θα περάσει ένας αγωγός από την επικράτεια του δήμου. Αυτό ανήκει στη σφαίρα της εθνικής και ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής. Όμως, μπορεί να προσπαθήσει περισσότερο για να εξασφαλίσει τα μεγαλύτερα δυνατά ανταποδοτικά οφέλη για την τοπική κοινωνία. Ποιά είναι ακριβώς αυτά τα ανταποδοτικά οφέλη; Το ζεστό νερό σε δύο οικισμούς; Είναι αυτά αρκετά μπροστά στα τρισ δολάρια κερδών που δημιουργεί ο αγωγός για τους πραγματικούς επωφελούμενούς του;

Η αξία της χρήσης τεραστίων ποσοτήτων νερού, χημικών και γης ώστε να εξαχθεί αυτό το αέριο, ίσως να μοιάζει μικρή μπροστά στα κέρδη που θα δημιουργήσει καθώς θα τροφοδοτεί τις λαίμαργες αγορές της Ευρώπης. Όμως με τί κόστος; 

 Με τί κόστος για το φυσικό περιβάλλον, όχι μόνο του Αζερμπαϊτζάν (όπου πλέον είναι εμφανές το πόσο ρυπογόνες είναι οι διαδικασίες εξαγωγής του φυσικού αερίου) αλλά και για το παγκόσμιο κλίμα που καταστρέφεται, καθώς αυτά τα ορυκτά καύσιμα καίγονται σε τεράστιες ποσότητες. Μήπως το κόστος αυτό συνδέεται με τις ξηρασίες στην περιοχή μας; Με τις πλημμύρες στη Μάνδρα Αττικής και την πυρκαγιά στο Μάτι; Μήπως ακόμη και με την ανεργία, την εισοδηματική ανισότητα, τη διαφθορά, την έλλειψη λογοδοσίας και διαφάνειας; Εν πάσει περιπτώσει, τί ακριβώς κερδίζουμε εμείς ως τοπική κοινωνία, καθώς διασχίζει το βρώμικο αυτό αέριο την ιερή γη της Θράκης; Κερδίζει κανείς άλλος, πέρα από τους δέκα-δεκαπέντε ανθρώπους που έχουν βολευτεί, εξασφαλίζοντας τις πολιτικές καριέρες τους μέσα στο “business as usual”;

Τί είναι η βιώσιμη ανάπτυξη

Οι προκλήσεις και οι πραγματικότητες του 21ου αιώνα έχουν κάνει το “business as usual” ένα πραγματικά παρωχημένο και επικίνδυνο μοντέλο ανάπτυξης. Γι αυτό, ο κόσμος έχει αποφασίσει να το αντικαταστήσει. Στον αντίποδα του, υπάρχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι και οι κοινότητες που μελετούν τη βιώσιμη ανάπτυξη. Το κάνουν γιατί καταλαβαίνουν ότι η ανθρωπότητα αξίζει, και μπορεί να τα πάει καλύτερα στην σχέση της με τον πλανήτη Γη, το σπίτι μας. Το κάνουν με κατανόηση της τεχνολογίας και της διασύνδεσης μεταξύ των οικονομικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών και πολιτικών συστημάτων. Και δεν είναι τυχαίο πως οι κοινωνίες που επιτυγχάνουν αυτές τις συνδέσεις, προοδεύουν και ευημερούν. 

 Ας δούμε κάποια παραδείγματα που θα μπορούσαν να φορούν και την ταυτότητα του δικού μας τόπου. Η Ολλανδία (μία από τις πιο βιώσιμες χώρες του κόσμου, αν και είναι χτισμένη κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας) επένδυσε σε ένα Μουσείο Επιστημών, το ΝΕΜΟ, που ξεπροβάλλει από τη θάλασσα σαν ψάρι και προσφέρει ένα νέο δημόσιο χώρο πρασίνου στην οροφή του. Στη Δανία, το Ναυτικό Μουσείο κατασκευάζεται σε σχήμα καραβιού κάτω από την επιφάνεια της γης, στο σημείο που λειτουργούσαν στο παρελθόν τα ναυπηγεία. Μία γρήγορη έρευνα στο διαδίκτυο, προσφέρει πολλά παραδείγματα καινοτόμων βιοκλιματικών αστικών παρεμβάσεων που εκφράζουν μία εξαιρετικά πρωτοποριακή αρχιτεκτονική, προσφέροντας στους πολίτες ανοιχτούς χώρους και νέους τρόπους αρμονικής συνύπαρξης. 

Το ΝΕΜΟ κοσμεί το λιμάνι του Άμστερνταμ, προσκαλώντας τους πολίτες να χαρούν τον ανοιχτό δημόσιο χώρο.

Αυτα είναι παραδείγματα πολεοδομικού σχεδιασμού που ανοίγουν τη δυνατότητα της βιωσιμότητας σε μία πόλη που κοιτάζει στα μάτια τον 21ο αιώνα. Είναι του είδους οι υποδομές που έχουν σχεδιαστεί για να συνδέουν τον άνθρωπο αρμονικά με τον τόπο και το αστικό περιβάλλον. Στα δικά μας, είναι του είδους τα τοπόσημα που μπορούν να κάνουν έναν νέο να θέλει φύγει από την Αθήνα, όχι για να μεταναστεύσει στο Λονδίνο και στο Βερολίνο, αλλά να έρθει να ζήσει στην Αλεξανδρούπολη. 

Αλλά φευ! Η αντίληψη της βιώσιμης ανάπτυξης από τους ιθύνοντες της εξουσίας δεν είναι ούτε “βιώσιμη” ούτε “ανάπτυξη”. Η αντίληψη αυτή δεν επιθυμεί το γκρέμισμα του παλιού, αλλά προάγει το πασάλειμμα, το ρετουσάρισμα των ερειπίων. Η (μη) πρότασή τους για “αξιοποίηση” του χώρου του παλιού νοσοκομείου στην οδό Δήμητρας είναι ενδεικτική της ένδειας οράματος για την πόλη και την έλλειψη αναπτυξιακού σχεδιασμού. Η κοπή δένδρων και η τσιμεντοποίηση της παραλίας αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα (προς αποφυγή) διαχείρισης του δημόσιου χώρου του “αύριο” με προδιαγραφές του “χθες”.

Η εικόνα παρακμής και εγκατάλειψης του παλιού νοσοκομείου της Αλεξανδρούπολης στην οδό Δήμητρας, είναι γλαφυρή αποτύπωση της προχειρότητας με την οποία αντιμετωπίζει η δημοτική αρχή το θέμα της βιώσιμης ανάπτυξης.

Σε ολόκληρο τον κόσμο, ακόμη και στις αναπτυσσόμενες χώρες, οι τεχνολογίες της πληροφορίας και ο καλύτερος αστικός σχεδιασμός οδηγούν σε πόλεις που είναι πραγματικά “έξυπνες”, ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες των πολιτών σεβόμενες την ιστορία του τόπου και την προοπτική επιβίωσης των επόμενων γενεών. Αυτές οι πόλεις είναι “έξυπνες” γιατί επενδύουν το δημόσιο χρήμα σε έξυπνες αρχιτεκτονικές, σε έξυπνα ενεργειακά δίκτυα, σε έξυπνα δίκτυα μεταφορών, σε έξυπνα συστήματα ανακύκλωσης και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

 Υπάρχουν, όμως, και στην Ελλάδα πλέον τα παραδείγματα δημοτικών αρχών που δεν αναλώνονται απλώς στο φαίνεσθαι και τις προσχηματικές προεκλογικές φιέστες περί “ανάπτυξης”.  

Ο Δήμος Κοζάνης έχει ενταχθεί στο ευρωπαϊκό δίκτυο “Coal Regions in Transition”, και υλοποιεί ένα μακροχρόνιο πλάνο απεξάρτησης από το λιγνίτη, αναδεικνύοντας παράλληλα το φυσικό και πολιτιστικό απόθεμα της περιοχής. Ο Κρόκος Κοζάνης γίνεται διεθνές brand name και σύμβολο της πόλης, η Κοβεντάρειος Βιβλιοθήκη αναβαθμίζεται, ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός μεταμορφώνεται σε βιοκλιματικό Πάρκο Πολιτισμού. Στα Τρίκαλα, ο Δήμος επενδύει σε αυτο-κινούμενα οχήματα υψηλής τεχνολογίας, που προσφέρουν έναν πολύ πιο αποδοτικό τρόπο μετακίνησης στην πόλη. Η Τήλος αναδεικνύεται ως το πρώτο βιώσιμο νησί της Μεσογείου και σύντομα θα μπορεί να καλύψει το 100 τοις εκατό των ενεργειακών αναγκών του αποκλειστικά από ανανεώσιμες πηγές. 

Το εάν και πώς θα υπάρχει “ο Δήμος Αλεξανδρούπολης, ΑΥΡΙΟ” εξαρτάται από το τί διαβάζουμε, τί συζητάμε, πού συμμετέχουμε, τί διεκδικούμε, τί σχεδιάζουμε, και ποια κατεύθυνση επιλέγουμε όλοι εμείς, ΣΗΜΕΡΑ. Μπορεί να μην ξέρουμε τί ακριβώς θα μας προσφέρει η τεχνολογία σε πέντε ή δέκα χρόνια, όμως μπορούμε να δούμε ότι ένα από τα μονοπάτια προς τη βιώσιμη ανάπτυξη περνά μέσα από την χρήση εξυπνότερων τεχνολογικών συστημάτων προς όφελος του ανθρώπου. Αυτό που θα πρέπει να μας απασχολεί σήμερα είναι το ποιος ακριβώς είναι ο σχεδιασμός αυτός και ποιες οι υποδομές που οδηγούν μία τοπική κοινωνία προς αυτή την κατεύθυνση. Δυστυχώς, νομίζω πως ακόμη βρισκόμαστε μακριά από κάτι τέτοιο.

Για να μιλάμε για βιώσιμη ανάπτυξη και να εξασφαλίσουμε πραγματικά καθαρή ενέργεια, πρέπει να απομακρυνθούμε από τον εθισμό μας στα ορυκτά καύσιμα, τον λιγνίτη, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Και να προχωρήσουμε προς αυτό που προσφέρει η τεχνολογία σε πολύ χαμηλότερο κόστος. Δηλαδή, την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας της φύσης, ιδιαίτερα της ηλιακής και της αιολικής.

Πολλές πόλεις της Ευρώπης παγώνουν τις επενδύσεις σε υποδομές ορυκτών καυσίμων, στρεφόμενες στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με αυτό τον τρόπο, έχουν καταφέρει να εξισώσουν το κόστος παραγωγής ηλιακής και αιολικής ενέργειας, με την ηλεκτροπαραγωγή από ορυκτά καύσιμα. Εξασφαλίζουν έτσι την ενεργειακή αυτάρκεια τους, προστατεύουν τις επόμενες γενιές, αλλά δημιουργούν και έσοδα, πουλώντας ενέργεια σε άλλες περιοχές.

Ξέρετε τί εύχονται αυτοί οι Δήμοι του βορρά; Να είχαν πρόσβαση σε περισσότερη ηλιοφάνεια και την θάλασσα. Εμείς που έχουμε άφθονη πρόσβαση σε αυτά, τί ακριβώς κάνουμε; 

Παρακολουθήστε την ομιλία μου στο TEDx του Παντείου Πανεπιστημίου για την μετάβαση της οικονομίας από ένα εξορυκτικό σε ένα αναγεννητικό μοντέλο:

 Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Η Γνώμη.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

*

error: Content is protected !!