Βιοποικιλότητα: με το βλέμμα στο 2030

Τα σημάδια ότι καταστρέφουμε τον πλανήτη με πρωτοφανή ρυθμό είναι παντού ολόγυρα μας: απογυμνωμένα δάση χωρίς ζώα, ρύπανση των ωκεανών με τόνους πλαστικών και λιγότερες μέλισσες για την επικονίαση των καλλιεργειών μας. Η γενιά μας γίνεται μάρτυρας της αποτυχίας ενός ολόκληρου μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης που έχει απομακρύνει τον άνθρωπο από τη φύση του. Αν προσθέσουμε σε αυτό τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, το μέλλον φαίνεται πολύ ζοφερό. Εκτός κι αν αλλάξουμε.

Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι δράση για να σταματήσουμε την απώλεια της βιοποικιλότητας, πριν τα πράγματα ξεφύγουν από τον έλεγχο. Ο κόσμος έχει ήδη συμφωνήσει να λάβει μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. Το 2010, οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο -συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρα και της Ελλάδας- ενέκριναν το σχέδιο για τη βιοποικιλότητα 2011-2020. Αυτό το σχέδιο περιλαμβάνει τους 20 Στόχους του Aichi για τη Βιοποικιλότητα και αποτελεί ένα χάρτη πορείας προς ένα αειφόρο μέλλον.

Οκτώ χρόνια μετά, πολλές χώρες έχουν μεταφράσει αυτούς τους στόχους σε νομοθεσίες και δράσεις που ωφελούν τη φύση και τη βιοποικιλότητα σε εθνικό επίπεδο. Γνωρίζουμε όμως τώρα ότι αυτό δεν αρκεί για να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων. Απαιτούνται πρόσθετες ενέργειες, ώστε ο κόσμος να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις που ήδη έχει αναλάβει.

Σε διεθνές επίπεδο, παρατηρείται ένα χάσμα μεταξύ φιλοδοξίας και υλοποίησης. Γίνεται προφανές πως τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη διάσωση της βιοποικιλότητας, δεν επαρκούν σε σχέση με τις τεράστιες πιέσεις που δέχεται. Κάτι που προκαλεί ανησυχία, καθώς αυτές οι πιέσεις αναμένονται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια.

Στην Ελλάδα, αντίστοιχα, η απάντηση στην οικονομική κρίση δεν έχει ακόμη συνδέσει την προστασία της βιοποικιλότητας με σημαντικές πτυχές της εθνικής οικονομίας μετά από μία δεκαετία ύφεσης. Το πολιτικό σύστημα δεν έχει αντιληφθεί ακόμη το ρίσκο, ενώ η χώρα έχει σημαντικά κενά περιβαλλοντικών δεδομένων αλλά και ικανοτήτων για τη διαχείριση του προβλήματος. Διαχρονικά, οι ενέργειες όλων των κυβερνήσεων δεν μειώνουν επαρκώς τις επιπτώσεις που προέρχονται από τομείς που αποτελούν σημαντικούς παράγοντες απώλειας της βιοποικιλότητας: τη γεωργία και τις χρήσεις γης, την κλιματική αλλαγή, τη βιομηχανία και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων.

Έχει έρθει η ώρα, λοιπόν, να μας απασχολήσει το γεγονός, αλλά και το πώς αλλάζει αυτή η κατάσταση. Δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες με τη μεγαλύτερη βιοποικιλότητα στην Ευρώπη, είναι ανάγκη να αυξηθεί η συνειδητοποίηση της σημασίας της, στην προσπάθεια οικοδόμησης ενός βιώσιμου μέλλοντος.

Υπάρχει και στην Ελλάδα κοινότητα ανθρώπων που ασχολούνται με τη διατήρηση των οικοσυστημάτων και την αειφόρο ανάπτυξη – είτε ως χόμπι, είτε συμβουλευτικά είτε στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών. Αυτή η κοινότητα είναι ανάγκη να συνεργαστεί πιο στενά με τον επιχειρηματικό τομέα. Η επιχειρηματική κοινότητα -ιδίως στις νεότερες μορφές της νεανικής, νεοφυούς και κοινωνικής επιχειρηματικότητας- πρέπει να εκπαιδευτεί περισσότερο στην ιδέα του ότι το να διατηρείς την υγεία των οικοσυστημάτων και το να κρατάς την φύση άθικτη, σχετίζονται με την παραγωγικότητά, την ανθεκτικότητα και εν τέλει την κερδοφορία.

Καμία επιχείρηση δεν επιθυμεί το ρίσκο της δυσφήμισης που προέρχεται από δραστηριοτήτες και πρακτικές που είναι επιβλαβείς για τη φύση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες επιχειρηματικές πρακτικές, για παράδειγμα στη διαχείριση των αλυσίδων ανεφοδιασμού ή των αποβλήτων. Καθώς οι καταναλωτές ενημερώνονται ολοένα και περισσότερο, επιλέγουν προϊόντα που έχουν παραχθεί με πιο βιώσιμο τρόπο. Η προστασία, η μή, της βιοποικιλότητας από μία επιχείρηση μπορεί να επηρρεάσει τον ισολογισμό της. Η αλήθεια είναι πως πολλές επιχειρήσεις πρωτοπορούν στη δημιουργία αυτών των συνδέσεων. Παρόλα αυτά, είναι ανάγκη αυτά τα παραδείγματα να γίνουν πιο ευρέως γνωστά και στην Ελλάδα.

Ο κόσμος πλέον έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να σταματήσουμε να “επενδύουμε” σε τεχνολογίες που βασίζονται στην εξόρυξη ορυκτών καυσίμων, των φυσικών πόρων και εν τέλει την καταστροφή των οικοσυστημάτων. Πως δεν υπάρχει ανθρώπινη τεχνολογία που να μπορεί να αντικαταστήσει εντελώς την “τεχνολογία της φύσης”, η οποία έχει τελειοποιηθεί για την παροχή βασικών υπηρεσιών που εξασφαλίζουν τη διατήρηση της ζωής στη Γη, μέσα από την εξέλιξη εκατομμυρίων χρόνων.

Καθώς κινούμαστε προς την Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση και η οικονομία επικεντρώνεται στις τεχνολογίες που αλλάζουν τη ζωή μας, ανοίγεται η ευκαιρία επενδύσεων σε καινοτομίες που βασίζονται σε αυτή την ιδιοφυΐα της φύσης. Τέτοιες είναι η δημιουργία φυσικών υποδομών για τις αναπτυσσόμενες πόλεις μας, η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού και ασφαλιστικού τομέα για την υποστήριξη της υγείας των οικοσυστημάτων και τη μείωση του κόστους των φυσικών καταστροφών, αλλά και η αναγέννηση των χερσαίων και υδάτινων οικοσυστημάτων.

Υπάρχει ο δρόμος που μπορεί να μας οδηγήσει σε αυτό το βιώσιμο μέλλον. Αυτό υποστηρίζει ο ΟΗΕ μέσα από το πλαίσιο των Παγκόσμιων Στόχων για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη. Όμως ο δρόμος απαιτεί έναν κοινωνικό μετασχηματισμό, που περιλαμβάνει αλλαγές στη συμπεριφορά στα επίπεδα της παραγωγής και της κατανάλωσης, της διακυβέρνησης και της επιχειρηματικότητας.

Οι κοινωνικές και τεχνολογικές εξελίξεις που παρατηρούνται σήμερα στον κόσμο, μπορούν να συμβάλουν στη βιωσιμότητα, μπορούν όμως και να μας οδηγήσουν μακριά από αυτήν. Όλοι μας πρέπει να εργαστούμε περισσότερο για να κατανοήσουμε καλύτερα τα κίνητρα και τις αλλαγές συμπεριφοράς που μπορούν να διευκολύνουν τη στροφή προς την αειφορία. Το οφείλουμε αυτό στα παιδιά μας και τα εγγόνια μας.

Για να συμβεί αυτό, απαιτούνται αλλαγές στην κοινωνία, τους θεσμούς, τους οργανισμούς και τις προσωπικές μας επιλογές. Μέσα από αυτές θα επιτευχθεί η αποτελεσματικότερη χρήση της γης, του νερού, της ενέργειας και των πρώτων υλών, αλλά και η επανεξέταση των καταναλωτικών συνηθειών.

Ο μετασχηματισμός των αγροδιατροφικών συστημάτων μπορεί να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Η γεωργία αντιπροσωπεύει το 70 τοις εκατό της προβλεπόμενης απώλειας της χερσαίας βιοποικιλότητας. Οι επιστήμονες και οι κοινότητες έχουν βρει λύσεις για την επίτευξη της αειφορίας στη γεωργία και τα διατροφικά συστήματα, αλλά αυτές πρέπει και να υποστηριχθούν από το κράτος και τους επενδυτές. Οι λύσεις αυτές σχετίζονται με την αποκατάσταση των οικολογικών υπηρεσιών στα γεωργικά τοπία, τη μείωση των αποβλήτων και των απωλειών στα συστήματα παραγωγής και διανομής τροφίμων, και την προσπάθεια αλλαγής των καταναλωτικών προτύπων.

Οι λύσεις στην αγροδιατροφή αποτελούν μόνο ένα παράδειγμα της ανάγκης για ανάπτυξη συνεκτικών στρατηγικών που λαμβάνουν υπόψη την πολιτική, τον πολιτισμό και τα κοινωνικά πρότυπα, καθώς και τα οικονομικά κίνητρα που κινούν τον κόσμο.

Πρέπει, επίσης, να είμαστε ευέλικτοι και προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε απροσδόκητα αποτελέσματα. Οι τεχνολογικές λύσεις είναι απαραίτητες, αλλά πρέπει να επιλεγούν προσεκτικά. Οι τεχνολογίες που αναδύονται στην Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση -όπως η γενετική αλληλουχία, τα blockchains και άλλα- μπορούν ενδεχομένως να συμβάλλουν στον απαραίτητο μετασχηματισμό, αλλά από μόνες τους οι τεχνολογικές λύσεις ενέχουν κινδύνους. Ας μην ξεχνάμε ότι η ίδια η βιοποικιλότητα προσφέρει τις λύσεις. Οι πράσινες υποδομές για την παροχή νερού, ο βιολογικός έλεγχος των παρασίτων, η οικολογική αποκατάσταση και άλλες λύσεις δεν είναι μόνο οικονομικά αποδοτικές, αλλά προσφέρουν πολλά περισσότερα οφέλη.

Πρωτίστως, απαιτείται ευρεία δέσμευση και υποστήριξη από όλα τα μέρη της κοινωνίας, τόσο από τους δημόσιους όσο και τους ιδιωτικούς φορείς που εργάζονται επάνω σε πιο βιώσιμα μοντέλα παραγωγής και κατανάλωσης. Οι ηγέτες και οι παράγοντες που επηρεάζουν το περιβαλλοντικό σύστημα πρέπει να συνεργαστούν πιο εντατικά για να δημιουργήσουν μια στρατηγική ατζέντα προσανατολισμένη στην δράση, ώστε να διορθώσουμε την πορεία μας μέχρι το 2020. Αυτή η ατζέντα πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από τη συγκέντρωση μεμονωμένων πρωτοβουλιών από διάφορους, πολλές φορές ασύνδετους, τομείς και να οδηγεί σε στοχευμένες αλλαγές πολιτικής.

Οι επόμενες δύο δεκαετίες θα καθορίσουν την τύχη της ανθρωπότητας. Γι αυτό το λόγο, οι επιλογές που θα κάνουμε για την πορεία προς το 2020 και το 2030 είναι εξαιρετικά σημαντικές. Μέχρι το 2020, ο κόσμος έχει σαφή ορόσημα για δράση σχετικά με το κλίμα, τους ωκεανούς και τη βιοποικιλότητα. Πρέπει να έχουμε καλύτερο συντονισμό πάνω σε αυτές τις ατζέντες και να αρχίσουμε να αναπτύσσουμε τον οδικό χάρτη για την πορεία μας προς το 2025 και το 2030.

Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο The Press Project.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

*

error: Content is protected !!